αγγαρεύω


αγγαρεύω
αγγαρεύω, αγγάρεψα βλ. πίν. 17

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀγγαρεύω — press pres subj act 1st sg ἀγγαρεύω press pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αγγαρεύω — (Α ἀγγαρεύω) επιβάλλω αναγκαστική και δίχως αμοιβή εργασία νεοελλ. αναθέτω σε κάποιον ενοχλητική δουλειά, επιφορτίζω αρχ. αναγκάζω κάποιον να υπηρετήσει ως άγγαρος, δηλ. ως ταχυδρόμος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἄγγαρος. ΠΑΡ. αρχ. ἀγγαρεία μσν. ἀγγαρευτής.… …   Dictionary of Greek

  • αγγαρεύω — [ангарэво] р. заставлять выполнять тяжелую работу …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • αγγαρεύω — αγγάρεψα, αγγαρεύτηκα, αγγαρεμένος 1. επιβάλλω αγγαρεία: Μας αγγάρεψαν όλους για την Κυριακή. 2. αναθέτω σε κάποιον ενοχλητική αποστολή: Τον αγγάρεψαν να πάει στο διευθυντή …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀγγαρεύσει — ἀγγαρεύω press aor subj act 3rd sg (epic) ἀγγαρεύω press fut ind mid 2nd sg ἀγγαρεύω press fut ind act 3rd sg ἀ̱γγαρεύσει , ἀγγαρεύω press futperf ind mp 2nd sg (doric aeolic) ἀ̱γγαρεύσει , ἀγγαρεύω press futperf ind act 3rd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγγαρεύσῃ — ἀγγαρεύω press aor subj mid 2nd sg ἀγγαρεύω press aor subj act 3rd sg ἀγγαρεύω press fut ind mid 2nd sg ἀ̱γγαρεύσῃ , ἀγγαρεύω press futperf ind mp 2nd sg (doric aeolic) ἀ̱γγαρεύσῃ , ἀγγαρεύω press futperf ind mid 2nd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγγαρευθέντα — ἀγγαρεύω press aor part pass neut nom/voc/acc pl ἀγγαρεύω press aor part pass masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγγαρευόμενον — ἀγγαρεύω press pres part mp masc acc sg ἀγγαρεύω press pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγγαρεύοντι — ἀγγαρεύω press pres part act masc/neut dat sg ἀγγαρεύω press pres ind act 3rd pl (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγγαρεύουσι — ἀγγαρεύω press pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἀγγαρεύω press pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)